αποβλακώνω


αποβλακώνω
αποβλακώνω, αποβλάκωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποβλακώνω — 1. κάνω κάποιον βλάκα 2. (μέσ., ομαι) καταντώ βλάκας. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο * + βλαξ, βλακός. Η λ. μαρτυρείται από το 1879 στον Δ. Λέριο] …   Dictionary of Greek

  • αποβλακώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, κάνω κάποιον βλάκα ή περισσότερο από ό,τι ήταν βλάκα, απομωραίνω: Ήταν κουτός, τα ναρκωτικά όμως τον αποβλάκωσαν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλαλιάζω — 1. κάνω κάποιον άλαλο, ανόητο, τον αποβλακώνω 2. φέρνω κάποιον σε κατάσταση ζάλης, τόν κάνω ανίκανο να αντιλαμβάνεται αυτά που συμβαίνουν γύρω του 3. φέρνω κάποιον σε σύγχυση και αμηχανία, ζαλίζω, σκοτίζω 4. ζαλίζομαι, σκοτίζομαι, περιέρχομαι σε… …   Dictionary of Greek

  • απηλιθιώνω — (Α ἀπηλιθιῶ, όω) αποβλακώνω …   Dictionary of Greek

  • απο- — [ΕΤΥΜΟΛ. Το απο ως προρρηματικό ή προθεματικό στοιχείο προέρχεται από την πρόθεση από. Χρησιμεύει ως α΄ συνθετ. πολλών λέξεων της αρχαίας, μσν. και νέας Ελληνικής και σημαίνει: α) χωρισμό, απομάκρυνση αποβάλλω, απόδημος, απόμαχος αρχ. άπειμι,… …   Dictionary of Greek

  • αποβλάκωση — η το να έχει αποβλακωθεί κάποιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποβλακώνω. Η λ. μαρτυρείται στον Γ. Βακαλόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • αποκαρώνω — (Α ἀποκαρῶ, όω) κάνω κάποιον να περιπέσει σε λήθαργο, αποκοιμίζω, αποβλακώνω νεοελλ. 1. θαμπώνω, καταπλήσσω κάποιον 2. η μτχ. αποκορωμένος, η, ο (με έννοια αποτροπιασμού) «αποκορωμένο νάναι το κακό», «η αποκορωμένη» (για οποιαδήποτε λοιμώδη ή… …   Dictionary of Greek

  • αποκοιμίζω — (AM ἀποκοιμίζω) κάνω κάποιον να κοιμηθεί (συνήθως για τα βρέφη με το νανούρισμα) μσν. νεοελλ. θανατώνω κάποιον νεοελλ. 1. καταφέρνω κάποιον ώστε να μη με υποπτεύεται 2. αποβλακώνω κάποιον 3. (η μτχ.) αποκοιμισμένος νωθρός ή ανόητος …   Dictionary of Greek

  • αποκουτιαίνω — 1. αποβλακώνω, αποχαυνώνω 2. γίνομαι κουτός, ξεμωραίνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < από * + κουτιαίνω < επίθ. κουτός + (κατάλ.) ιαίνω πρβλ. ξεκουτιαίνω] …   Dictionary of Greek

  • απομωραίνω — (AM ἀπομωραίνω) αποβλακώνω …   Dictionary of Greek